ἀνεμώνη

ἀνεμώνη
Grammatical information: f.
Meaning: a plant, `anemone' (Cratin.)
Derivatives: ἀνεμωνίς f. = ἀνεμώνη ἥμερος (Nic.).
Origin: LW [a loanword which is (probably) not of Pre-Greek origin]
Etymology: Derivation from ἄνεμος Strömberg Pflanzennamen 77. Improbable Semitic etymology, Lewy Fremdw. 49. Prob. a loan-word, perh. from the substratum.
Page in Frisk: 1,105-106

Greek-English etymological dictionary (Ελληνικά-Αγγλικά ετυμολογική λεξικό). . 2010.

Look at other dictionaries:

  • ἀνεμώνη — poppy anemone fem nom/voc sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀνεμώνῃ — ἀνεμώνη poppy anemone fem dat sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ανεμώνη — (anemone). Ονομασία πολυάριθμων λουλουδιών και φυτών, από τα οποία άλλα είναι αυτοφυή και άλλα καλλιεργούνται ως καλλωπιστικά. Το γένος α. ανήκει στην οικογένεια των ρανουγκουλιδών και περιλαμβάνει ριζωματώδεις πόες με πρώιμη ανοιξιάτικη… …   Dictionary of Greek

  • ανεμώνη της θάλασσας — (actiniaria).Κοινή ονομασία κοιλεντερωτών ανθοζώων. Βρίσκονται σε όλες τις θάλασσες και κυρίως κοντά στις ακτές και με τις παλιρροϊκές μετατοπίσεις των νερών εμφανίζονται κολλημένες πάνω σε βράχους ή σε σκληρά αντικείμενα. Το σαρκώδες και γεμάτο… …   Dictionary of Greek

  • ἀνεμωνῶν — ἀνεμώνη poppy anemone fem gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀνεμῶναι — ἀνεμώνη poppy anemone fem nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀνεμώναις — ἀνεμώνη poppy anemone fem dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀνεμώνην — ἀνεμώνη poppy anemone fem acc sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀνεμώνης — ἀνεμώνη poppy anemone fem gen sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Liste griechischer Phrasen/Rho — Rho Inhaltsverzeichnis 1 Ῥαδαμάνθους ὅρκος 2 Ῥαμνούσιος εἶ …   Deutsch Wikipedia

  • αλπική χλωρίδα — Η ονομασία αυτή αποδίδεται στο σύνολο των φυτικών ειδών που είναι χαρακτηριστικά των ψηλότερων ορεινών περιοχών. Το κατώτερο όριο του αλπικού περιβάλλοντος ποικίλλει ανάλογα με το γεωγραφικό πλάτος· για τις Άλπεις αντιστοιχεί σε υψόμετρο 1.800… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.